Στρατευμένοι, αλλά όχι στρατιώτες* Από το βιβλίο του Θ. Αθανασίου «Ο δρόμος που περπάτησα»
«Οι οργανωμένοι νεολαίοι στον «Ρήγα Φεραίο» μπορεί να ήταν στρατευμένοι στον αντιδικτατορικό αγώνα, αλλά στρατιώτες δεν ήταν. Δεν δέχονταν διαταγές από την «καθοδήγηση», την ιεραρχία … Ήθελαν να πείθονται, να ξέρουν πού πατάνε. Αυτό είχε τις δυσκολίες του γιατί σήμαινε έντονες συζητήσεις, πολύωρες καμιά φορά αναλύσεις, εξομάλυνση παρεξηγήσεων, αναίρεση αμφισβητήσεων και προπάντων «ανταλλαγή» εμπιστοσύνης και ψυχισμού. Αυτή ήταν όμως και η μαγεία, γιατί αισθανόσουν ότι είσαι ενταγμένος σε μια στρατιά ελεύθερων, αυτόνομων, συνειδητών ατόμων, με τα οποία συντόνιζες ιδέες και αισθήματα.
Σε μια τέτοια έντονη συζήτηση και «ανταλλαγή» έμελλε να εξελιχτεί εκείνο το βράδυ, σ’ ένα ημιυπόγειο πίσω από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, η συνάντησή μου με τους Ανδρέα Σαββάκη (με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί) και Νικηφόρο Σταματάκη, που τον γνώρισα εκείνο το βράδυ. Στελέχη και οι δυο της ΔΝΛ από τα μαθητικά τους ακόμη χρόνια, στο Ηράκλειο της Κρήτης, αποτέλεσαν μαζί με άλλους Κρητικούς, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Νίκο Γιανναδάκη – και αυτοί αποχώρησαν νωρίς από τον κόσμο αυτό – τον Κωστή Γιούργο, τον Γιώργο Μποτζάκη, τη Λάγια Γιούργου, τον «κρητικό κλάδο» της οργάνωσης, που πραγματικά έδιναν το δικό τους ιδιαίτερο, ξεχωριστό χρώμα. Η συζήτηση, λοιπόν, επικεντρώθηκε με έμφαση στις «μορφές πάλης», αν ήμασταν υπέρ ή κατά των δυναμικών ενεργειών, και, ακόμη, σε ζητήματα της μαρξιστικής θεωρίας και του διεθνούς κινήματος, ζητήματα για τα οποία ο Νικηφόρος ιδιαίτερα όχι απλώς ενδιαφερόταν αλλά είχε ισχυρές απόψεις, απόψεις μετά γνώσεως, ουσίας. Στο ζήτημα των δυναμικών ενεργειών η άποψή μου ήταν σαφής: υπό τις προϋποθέσεις ότι, πρώτον, κατέχουμε την τεχνογνωσία και δεν διακινδυνεύουμε από άγνοια οι ίδιοι, δεύτερον, ότι τις ενέργειες αυτές τις κατευθύνουμε σε στόχους με σαφή αντιχουντικό ή αντιαμερικανικό συμβολισμό και ότι διασφαλίζεται να μην τίθεται σε κίνδυνο ο απλός πολίτης, τότε, ναι, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τέτοιου τύπου δράσεις. Αφού λοιπόν εξομαλύναμε ιδέες, θεωρίες και πρακτικές, έφυγα για να επιστρέψω σε λίγες μέρες και να δω ένα θέαμα … εντυπωσιακό! Κατεβαίνοντας το σκαλοπάτι του διαμερίσματός τους, μια έντονη μυρουδιά καμένου μου κόβει την αναπνοή. Προχωρώ, μου ανοίγουν την πόρτα και βλέπω ένα βαθύ και πλατύ κάψιμο στο πάτωμα, στο ξύλινο παρκέ, σε όλο το μήκος του δωματίου. Ολόκληρη την εβδομάδα Νικηφόρος και Ανδρέας έκαναν «πειράματα», δοκιμάζοντας τεχνικές κατασκευής βομβών! Παραλίγο να κάψουν το σπίτι ολόκληρο! Όμως όχι μόνο είχαν βρει τρόπο να κατασκευάζουν ωρολογιακές βόμβες αλλά είχαν βρει και το στόχο. Στην πλατεία Συντάγματος, στο κέντρο της, η χούντα είχε τοποθετήσει μια ξύλινη κατασκευή περίπου 5 Χ 5 με βιτρίνα και την ελληνική σημαία, με δυο ασφαλίτες φρουρούς που μοίραζαν έντυπα για «τα εγκλήματα των συμμοριτών στο συμμοριτοπόλεμο», ενώ παράλληλα εκτίθονταν φωτογραφίες με κονσερβοκούτια, μαχαίρια και τσεκούρια και σφαγμένους … Ο Νικηφόρος, έχοντας εντοπίσει το όλο σκηνικό, αποφάσισε σε συνεννόηση με τον Ανδρέα Σαββάκη και τον Νίκο Γιανναδάκη να τοποθετήσουν τη βόμβα στο εν λόγω περίπτερο. Εγχείρημα ακραία τολμηρό και παρακινδυνευμένο στην καρδιά της Αθήνας, τη σκοτεινή περίοδο του 1968. Πράγματι, ύστερα από λίγες μέρες, αφού είχαν οργανώσει τις λεπτομέρειες, ο Νικηφόρος και ο Νίκος κατάφεραν, παρασύροντας τους ασφαλίτες λίγα μέτρα στο πίσω μέρος του περιπτέρου, να τοποθετήσουν τη βόμβα που εξερράγη κανονικά στη ρυθμισμένη ώρα, να καταστραφεί το περίπτερο και την άλλη μέρα η χούντα να αναγκαστεί να μαζέψει τα υπολείμματα της «έκθεσης» και να τα εξαφανίσει. Για την ενέργεια αυτή έγραψε ο ξένος Τύπος, όπως η Monde, ενώ η χούντα την αποσιώπησε πλήρως".
Αποσπάσματα από το βιβλίο ‘Ο Δρόμος που περπάτησα’.


