|
Αρνούμενη να αντιμετωπίσει τα αίτια και την ουσία της κρίσης η ΕΕ αναζητά μια «λογιστική» δημοσιονομική διέξοδο για να αντιμετωπίσει ένα πολιτικό και θεσμικό πρόβλημα, όπως η ρύθμιση των αγορών και ο συντονισμός της οικονομικής της πολιτικής στη μετα-Μάαστριχ εποχή.
Η προεδρεύουσα του Ecofin και υπουργός Οικονομικών της Ισπανίας, Έλενα Σαλγκάδο, υπογράμμισε πριν από την έναρξη της συνεδρίασης προχθές την Παρασκευή του Eurogroup ότι τα συνολικά πακέτα στήριξης των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προς τον χρηματοοικονομικό τομέα έφθασαν στο 13% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, ενώ την ίδια στιγμή ο μέσος όρος των δημοσίων ελλειμμάτων των χωρών της δεν ξεπερνά το 8% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τη Eurostat.
Την ίδια στιγμή η ΕΕ προτίμησε να προχωρήσει στη δημιουργία ενός υποτιθέμενου μηχανισμού διάσωσης της Ελλάδας, και πιθανώς και άλλων χωρών της ευρωζώνης, για να διασφαλίσει «φθηνό» δανεισμό στην Αθήνα, και σχεδιάζει να υιοθετήσει έναν φόρο στις τράπεζες για τη δημιουργία ενός ταμείου στήριξης των υπό πτώχευση τραπεζών. Μια πολιτική που δεν αντιμετωπίζει στη ρίζα του τα προβλήματα κερδοσκοπίας και τις προκλήσεις της ανάπτυξης.
Αντίθετα στις ΗΠΑ σχεδιάζουν τα θεσμοποιήσουν το διαχωρισμό των τραπεζικών από τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες των εταιρειών του χρηματοοικονομικού τομέα, ξεκινώντας από μια αυστηρή ρύθμιση στην αγορά των παράγωγων, των πλέον κερδοσκοπικών προϊόντων που ανακάλυψαν οι κερδοσκόποι την τελευταία 20ετία. Παράλληλα δεν διστάζουν να κινηθούν εναντίον της Μέκκας των κερδοσκόπων Goldman Sachs και των golden boys της, αδιαφορώντας για τη βουτιά του χρηματιστηρίου τους.
Στην Ιαπωνία, το δημόσιο χρέος της οποίας πλησιάζει στο 200% του ΑΕΠ της, τα διδάγματα από την ελληνική δημοσιονομική κρίση ήταν άμεσα, αφού κατά τη διάρκεια της εβδομάδας ανακοινώθηκαν μέτρα για τις διαπραγματεύσεις των γνωστών μας σήμερα CDS, περιορίζοντας τις πιθανότητες κερδοσκοπικών κινήσεων στα ιαπωνικά ομόλογα.
Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία προχωρούν σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις του χρηματοοικονομικού τους τομέα για να αντιμετωπίζουν τους κερδοσκόπους, ενώ την ίδια στιγμή έχουν δρομολογήσει απλές κευνσιανές πολιτικές που στηρίξουν την ανάκαμψη των οικονομιών τους και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, χωρίς να αναγκαστούν να υιοθετήσουν τίποτε «σοσιαλιστικά» μέτρα.
Η ΕΕ έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό της μιας νέα αυταπάτη, νομίζοντας ότι με το μηχανισμό διάσωσης της Ελλάδας θα μπορέσει να αποτρέψει τις αγορές να στοχοποιήσουν νέα θύματα.
Οι κερδοσκόποι ήδη δοκιμάζουν τις τελευταίες δύο εβδομάδες αντιστάσεις της Βρετανίας και της στερλίνας, αναμένοντας τα αποτελέσματα των εκλογών του Μαΐου για να κινηθούν, δεδομένου ότι το παγκοσμιοποιημένο σκιώδες παρακράτος της Standard & Poor΄s, της Fitch και της Moody΄s έχει προειδοποιήσει για τους κινδύνους υποβάθμισης της αξιολόγησης της δεύτερης σε μέγεθος χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει θέσει ήδη κάτω από την ομπρέλα του σχεδόν όλες τις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης.
Ιδιότυπη λογοκρισία
Παράλληλα, οι αγορές και οι κερδοσκόποι έχουν επιβάλλει στους Ευρωπαίους πολιτικούς και ένα είδος αναγκαστικής λογοκρισίας, που αποτρέπει την έναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, του Βελγίου, της Ιταλίας και της Αυστρίας αποφεύγουν να αναφερθούν στις θεσμικές και δομικές δημοσιονομικές προκλήσεις της ευρωζώνης, γιατί φοβούνται μήπως βρεθούν στο στόχαστρο των κερδοσκόπων, ενώ η Γερμανία χρησιμοποιεί με μαεστρία το φόβο των κερδοσκόπων για να επιβάλλει τη μετατροπή της ευρωζώνης σε ένα είδος οικονομικού της προτεκτοράτου. Εισπράττοντας βέβαια την εκτίναξη των εξαγωγών της με ρυθμούς πάνω από το 5% ως άμεσο και εξαργυρώσιμο βραβείο από την σκληρή πολιτική που ακολουθεί η Άνγκελα Μέρκελ εναντίον της Ελλάδας.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν πρώτοι το κόστος μιας αποτυχημένης και κοινωνικά επιζήμιας οικονομικής πολιτικής. Η κύρια ευθύνη όμως δεν είναι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά των ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτές τις ημέρες είναι πλέον σαφές ότι ακολουθούν και άλλοι, αφού η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την ακύρωση του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη, με μια πρωτοφανή επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις.
Στον ευρωπαϊκό νότο η κατάσταση είναι χειρότερη, αφού το γεγονός ότι στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία υπάρχουν σοσιαλιστικές κυβερνήσεις περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές αντιστάσεις εναντίον της οργανωμένης αυτής αντιμεταρρύθμισης, περιορίζοντας την ήδη πληγωμένη εμπιστοσύνη των εργαζομένων στα συνδικάτα τους.
Το πακέτο διάσωσης της Ελλάδας συζητήθηκε στο ολλανδικό κοινοβούλιο, ενώ θα περάσει για έγκριση τουλάχιστον από τα κοινοβούλια της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και ασφαλώς της Γερμανίας. Μια καλή και πιθανώς μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για να αναδειχθεί η ανάγκη δοκιμών μεταρρυθμίσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που μετατράπηκε σε μια πηγή τροφοδότησης των ανισοτήτων.
Σήμερα εκμεταλλεύονται τη δημοσιονομική κρίση για να διαλύσουν το κοινωνικό κράτος και τις εργασιακές σχέσεις υποστηρίζοντας ότι θα καταφέρουν να ανταγωνιστούν την Κίνα, η ανάπτυξη της οποίας έτρεξε με ρυθμούς σχεδόν 12% το πρώτο τρίμηνο.
Το κοινωνικό κράτος μπορεί να μεταρρυθμιστεί εύκολα και με μικρό κόστος στην Ευρώπη, αρκεί να αυξηθεί λίγο το ποσοστό που καταβάλλουν στα ασφαλιστικά ταμεία οι επιχειρήσεις, οι οποίες είδαν τις αποδόσεις κερδών τους να πολλαπλασιάζονται με τριψήφια ποσοστά τουλάχιστον την τελευταία 20ετία.
|