Διαλεκτική ένταση της αντιπροσωπευτικης, με την άμεση Δημοκρατία, αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών, κοινωνική οικονομία.Πάνω στην επιστήμη και τις τέχνες.
 
ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ e Αριστερα
Ο λογικός άξονας της δράσης του κόμματος. (Μία διαχρονική αποτίμηση) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Βακαλιός Θανάσης   
11.08.09

kke esoterikoy.jpgΠρολογικά: Ταχτοποιώντας το αρχείο που κρατώ για το ΚΚΕ εσωτερικού «έπεσα» πάνω σ αυτό το εντελώς ξεχασμένο κείμενο, που γράφτηκε το Μάρτη του 1980. . Προχωρώ στην κοινοποίηση του γιατί πιστεύω ότι μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση των βαθύτερων αιτίων αποτυχίας του φιλόδοξου εγχειρήματος ανανέωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς στη χώρα μας, καθώς και των αιτίων που καθιστούν δύσκολη τη σημερινή προσπάθεια επανίδρυσης της Αριστεράς με βάση τις μαρξιστικές ανανεωτικές ριζοσπαστικές αρχές και αξίες. Παρουσιάζω βελτιωμένο το αρχικό κείμενο στα σημεία που έκρινα ότι απαιτούνταν σαφέστερες διατυπώσεις των εκτιμήσεων και απόψεων που εκπροσωπούσα όταν το έγραψα. Δεν έχω προβεί σε διορθώσεις στα σημεία για τα οποία σήμερα έχω διαφορετική άποψη. Διατήρησα τον αρχικό του τίτλο, που από μια νέα ανάγνωση του κειμένου ίσως θα μπορούσε ν αλλάξει. Θα πρέπει ακόμα να πω ότι το κείμενο γράφτηκε λίγους μήνες πριν από την αποχώρησή μου από το Εκτελεστικό Γραφείο και από την Κ.Ε. του ΚΚΕ Εσωτερικού, αλλά και από διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών – του ΚΜΑΣ.

                                      Ο λογικός άξονας της δράσης του κόμματος

«Το κόμμα επιβιώνει και υπάρχει γιατί είναι σε ρήξη με το δογματικό κόμμα και τους προστάτες του, καθώς επίσης και με το μοντέλο του ’’υπαρκτού σοσιαλισμού΄΄. Η ρήξη του κόμματος μαζί τους γίνεται από την ανανεωτική σκοπιά και αυτό το διαφοροποιεί από τις αριστερίστικες ομάδες οι οποίες είναι επίσης σε ρήξη με το δογματικό κόμμα (τα διάφορα Μ.Λ.). Αυτή είναι μια καθαρή οριοθέτηση που πρέπει το κόμμα να την κάνει πάντοτε».(Αυτά έχουν ειπωθεί στο 2-ο συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτ.).

Πρόκειται για αποκαλυπτική διατύπωση ως προς το λογικό άξονα σύμφωνα με τον οποίο το κόμμα μας οφείλει να προχωρήσει στην διαμόρφωση της ιδεολογικής και της πολιτικής του ταυτότητας, αλλά και ως προς την αντίληψη οικοδόμησης του κόμματος, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικο-ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης των μελών του και της νεολαίας του. Σ αυτή την αντίληψη ο ετεροκαθορισμός (μέσα από την άρνηση) εμφανίζεται ως όρος ύπαρξης και μαζί ως όρος ανάπτυξης του κόμματος .Η αύξηση της επιρροής του κόμματος στα ευρύτερα στρώματα της αριστεράς συναρτάται με το είδος και την ένταση της αντιπαράθεσης (της ρήξης) με το δογματικό ΚΚΕ, και μαζί, της ρήξης με το ΚΚΣΕ και τα «φιλοσοβιετικά» κόμματα.

Η λογική δομή αυτής της αντίληψης , αυτής της στάσης ακυρώνει εξ ορισμού κάθε προσπάθεια μελέτης της ιστορικής εμπειρίας του ΚΚΕ, του ΚΚΣΕ, της Σοβιετικής Ένωσης (και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, που ανήκουν στο σοβιετικό μπλοκ), με σκοπό την ανάδειξη ή και την αξιοποίηση των θετικών στοιχείων αυτής της εμπειρίας. Σ αυτή την αντίληψη η αντιπαραθετική στάση είναι συνολική, με κυρίαρχο το στοιχείο της πλήρους άρνησης, πλήττοντας καίρια το διαλεκτικό δημιουργικό ανανεωτικό χαρακτήρα του κόμματος. Πλήττοντας την αρχή της διαλεκτικής της συνέχειας- ασυνέχειας στην ιστορία του κομμουνιστικού, του επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Θα μπορούσε, όμως, να υποστηρίξει κανείς ότι η ρήξη με το δογματικό ΚΚΕ (γενικά με το δογματισμό) όταν γίνεται από τη σκοπιά της ανανέωσης μπορεί να αποκτήσει έναν εποικοδομητικό – δημιουργικό χαρακτήρα για το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα. ως γνήσιου εκφραστή της νέας πραγματικότητας, και των μαρξιστικών αρχών και αξιών που έχουν παραβιαστεί ή και ακυρωθεί από το δογματισμό. Ότι δεν πρόκειται για στείρα ρήξη – άρνηση, αλλά για άρνηση που εντάσσεται οργανικά στην προσπάθεια για την αναδημιουργία του κινήματος. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι η ρήξη για την επιβίωση ακυρώνει αυτή την προσπάθεια. Ακυρώνει το εγχείρημα της ανανέωσης.

Σ αυτή την αντίληψη και στάση η κριτική στο ΚΚΕ και στον υπαρκτό σοσιαλισμό γίνεται από τη σκοπιά του «σωστού» κομμουνιστικού κόμματος και του «σωστού» σοσιαλισμού, που εξ ορισμού καταργεί την κριτική μελέτη της εμπειρίας από τη δράση και το έργο αυτών των κομμάτων και αυτών των χωρών, και μάλιστα, χωρίς την αναφορά στις κρίσιμες διαφορές από κόμμα σε κόμμα από σε χώρα σε χώρα. Η παραβίαση του «σωστού» μοντέλου σοσιαλισμού και του «σωστού» μοντέλου κομμουνιστικού κόμματος οδηγεί σε διατυπώσεις όπως « ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι ανύπαρκτος» ή ότι «το άλλο ΚΚΕ δεν είναι κομμουνιστικό κόμμα». Είναι, λοιπόν, στο πνεύμα αυτής της αντίληψης, αυτής της λογικής η απόρριψη του αιτήματος για τη μελέτη της «κομμουνιστικής» ή «σοσιαλιστικής» εμπειρίας αυτών των κομμάτων και αυτών των χωρών.

Αυτή η αντίληψη και πρακτική φτωχαίνει την ιδέα και την προσπάθεια της ανανέωσης. Σ αυτή την αντίληψη η κατ αρχήν ορθή αντιπαράθεση του δημιουργικού μαρξισμού με το δογματισμό εφαρμοσμένη ως μεθοδολογικό εργαλείο αδυνατεί να δει ότι η πράξη του κομμουνιστικού κινήματος, ακόμα και με δογματικές ηγεσίες, στην αντιπαράθεσή του με τον ταξικό αντίπαλο (με την αστική τάξη και τον καπιταλισμό), με οδηγό τον ιστορικό στόχο του σοσιαλισμού- κομμουνισμού, φέρνει μέσα της έναν πλούτο εμπειριών φορτισμένο με στοιχεία που στην αντίληψη της συνέχειας- ασυνέχειας που εκπροσωπεί η ιδέα της ανανέωσης που επαγγέλλεται το κόμμα μας, μπορούν να αξιοποιηθούν δημιουργικά.

Στην επίμαχη αντίληψη που εδώ μας ενδιαφέρει ο μαρξισμός εφαρμόζεται ως ένα κλειστό σύστημα αρχών και ηθικών αξιών, με άξονα αναφοράς την εικόνα του αυθεντικού (ιδανικού) κομμουνιστή και του αυθεντικού (ιδανικού) σοσιαλισμού, και όχι ως επιστημονική μέθοδος, ως κριτική δημιουργική στάση απέναντι στην πραγματικότητα, ως κριτική δημιουργική μελέτη της πραγματικότητας. Σ αυτή την αντίληψη η διαλεκτική αυτοαναιρείται λειτουργώντας σύμφωνα με τις επιταγές της ιδέας του καλού και του κακού, του τέλειου και του ατελούς. Αυτή η άποψη μπορεί να είναι απόρροια ενός συλλογισμού με κυρίαρχο το στοιχείο της αφαίρεσης από την αρχή της αυτόνομης κριτικής μελέτης της πραγματικότητας. Ενισχυτική αυτής της αντίληψης είναι η άποψη ότι η απόρριψη του ΚΚΕ προκύπτει από την αδυναμία του ίδιου να παίξει ρόλο κομμουνιστικού κόμματος στη χώρα μας. Ιδού ο συλλογισμός που οδηγεί σ αυτό το συμπέρασμα: Το ενιαίο ΚΚΕ «ουσιαστικά» ποτέ δεν μπόρεσε ν αποκτήσει «σαφή στρατηγική για μια ρεαλιστική πορεία προς τη Δημοκρατία, την ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό» Το δογματικό ΚΚ είναι «ένα κόμμα χωρίς στρατηγική» .Γι αυτό «δεν μπορεί να παίξει ρόλο ενός Κομμουνιστικού Κόμματος στη χώρα μας». Το ΚΚΕ Εσωτ έχει στρατηγική η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή την οποία επαγγέλλεται. Γι αυτό μόνον αυτό μπορεί να παίξει το ρόλο ενός κομμουνιστικού κόμματος στη χώρα μας». (Κ. Φιλίνης, Αυγή. 16/5/1978). «Με την προϋπόθεση, λοιπόν, της συνέχισης και της τελειοποίησης της δράσης μας, πέρα από τα οποιαδήποτε συγκυριακά πίσω- μπρος, ο χρόνος δουλεύει αναμφισβήτητα για μας» ... Το δογματικό ΚΚ «αποτελεί πραγματικό και ουσιαστικό εμπόδιο για την πορεία της χώρας προς το σοσιαλισμό».... Η στείρα πολιτική που ακολουθεί έχει καταδικάσει το δογματικό ΚΚΕ «να αποτελεί θλιβερή οπισθοφυλακή στο κομμουνιστικό κίνημα της Ευρώπης».( Κ. Φιλίνης, Αποφασιστικός ο ρόλος του ΚΚΕ Εσωτερικού για το μέλλον της χώρας. Αυγή, 6/7/1978)

Όμως, κανείς δεν μπορεί να αγνοεί το γεγονός ότι το δογματικό ΚΚΕ υπάρχει και ότι υποστηρίζεται από ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς, που θεωρεί την παρουσία του απαραίτητη και σ αυτή την ιστορική φάση. Ότι, η επιδιωκόμενη εξαφάνισή του δεν θα προκύψει από μόνη της, δηλαδή από την υποτιθέμενη ιστορικά εξωπραγματική λειτουργία του. Απαιτείται η συνειδητή δική μας παρέμβαση, με κύριο στόχο την προώθηση και στις γραμμές του του πνεύματος της ανανέωσης- και με αυτή την έννοια την «εξαφάνισή» του. Από αυτό το πνεύμα φαίνεται να διαπνέονται τοποθετήσεις άλλων στελεχών του κόμματος: «Χρειάζεται ν ανοίξουμε ιδεολογικό μέτωπο εναντίον του ΚΚΕ εξωτερικού…. Νομίζω ότι οι καιροί δεν επιτρέπουν μισόλογα, αλλ’ αντίθετα επιβάλλουν την αντιπαράθεση, χωρίς βέβαια εξαλλότητες. Μια αντιπαράθεση που θα δώσει τη δυνατότητα ακόμα και στις μάζες της παραδοσιακής αριστεράς ν’ απαγκιστρωθούν από το ΚΚΕ εξωτερικού και τις αντιλήψεις του» (Φώτης Κουβέλης, Αυγή, 20/4/ 1978) .

Αυτό, βέβαια, μπορεί να αποδώσει εφόσον στην αντιπαράθεση με το δογματικό ΚΚΕ η καλή θεωρητική τεκμηρίωση και ανάλυση συνδυάζεται με την μεθοδική προσπάθεια να δώσουμε εμείς πειστικές και μαζί πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά λειτουργικές απαντήσεις στα προβλήματα της κοινωνίας ,των εργαζομένων, του λαού, από εκείνες που δίνει ή πιστεύει ότι δίνει το δογματικό ΚΚΕ, καθώς και στα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την προοπτική ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και του ίδιου του κομμουνιστικού, του αριστερού επαναστατικού κινήματος στη χώρα μας, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο, ευρύτερα. Κι ακόμα, αυτή η προσπάθεια μπορεί να αποδώσει εφόσον η ιδεολογική αντιπαράθεση με το ΚΚΕ υπηρετεί τη διαδικασία δημιουργίας ενός άλλου κομμουνιστικού κόμματος, ικανού να εκφράσει τις προσδοκίες των στρατευμένων αγωνιστών στην ιδέα του σοσιαλισμού- κομμουνισμού, με αναφορά στις συνθήκες, τη δυναμική και τις δυνατότητες του σύγχρονου κόσμου, οργανικό μέρος του οποίου είναι και η χώρα μας – με όλα τα προβλήματα καθυστέρησης που τη διακρίνουν.

Σε μια τέτοια αντίληψη η αντιπαράθεση με το ΚΚΕ, με τη μορφή της ολικής ρήξης μαζί του, δεν μπορεί να είναι ο κύριος άξονας της δράσης του κόμματός μας. Σ αυτή την αντίληψη η αντιπαράθεση με το δογματικό ΚΚΕ οφείλει να εξυπηρετεί το σκοπό της ανανέωσης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.- από την οποία θα προκύψει το νέο ΚΚΕ. Στην ιστορική φάση την οποία διανύει η ελληνική κομμουνιστική αριστερά (μαζί και όσοι σκέπτονται και λειτουργούν στο πνεύμα της πολιτικής κουλτούρας της ΕΔΑ) η ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος πρακτικά δεν μπορεί να νοηθεί ως διαδικασία που στοχεύει στην κατάργηση του ΚΚΕ.

Όρος για την πρακτική εφαρμογή αυτής της αντίληψης είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι το δογματικό ΚΚΕ είναι αποδεκτό (και υποστηρίζεται) από συγκριτικά μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων κομμουνιστών και των αριστερών, γενικότερα, ως αυθεντικά κομμουνιστικό κόμμα της χώρας. Πολύ περισσότερο που είναι αναγνωρισμένο από το ΚΚΣΕ ως το μόνο αυθεντικά ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα. Πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για τη στάση μεγάλου μέρους των Ελλήνων κομμουνιστών και αριστερών, γενικότερα, απέναντί του. Δεύτερος όρος για την πρακτική εφαρμογή αυτής της αντίληψης είναι η κατανόηση του γεγονότος ότι χωρίς την διατήρηση του στοιχείου της ιστορικής συνέχειας είναι αδύνατη (και αδιανόητη) η ευόδωση της όποιας προσπάθειας για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος, για την αναδημιουργία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδωθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποφασιστική επίδραση που ασκεί το αγωνιστικό παρελθόν πάνω στους κομμουνιστές, στους αγωνιστές της αριστεράς και πάνω στη νεολαία. Εξάλλου, πολλά από τα προβλήματα για τα οποία πάλεψαν και μάτωσαν οι κομμουνιστές, οι αριστεροί, υπάρχουν και αναπαράγονται και σήμερα. Το σύνθημα περί του ηρωικού ΚΚΕ δεν είναι κενός λόγος. Πρόκειται για βιωμένο πατριωτικό ηρωικό αίσθημα- συναίσθημα για δεκάδες χιλιάδες αριστερούς αγωνιστές. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η κρίση στο ΚΚΕ που σηματοδότησαν οι εξελίξεις στη 12-η ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ και μετά δεν μπόρεσε να πλήξει καίρια το δογματικό τμήμα του, το οποίο φαίνεται να έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του. Χρησιμοποιώντας και αυτόν τον παράγοντα η ηγεσία του ΚΚΕ πέτυχε να δημιουργήσει στο κόμμα και στην ΚΝΕ ένα ιδεολογικό και ηθικό καθεστώς συσπείρωσης των δυνάμεών του.

Πρόκειται για νέα πραγματικότητα που δεν ευνοεί την προώθηση της ιδέας της ανανέωσης στο ΚΚΕ, την οποία βέβαια θα πρέπει να επιδιώκουμε σταθερά και μεθοδικά, σε μια ιδεολογική αντιπαλότητα χωρίς εξαλλότητες και με όπλο την αλήθεια, αλλά και το σεβασμό της ιστορικής μνήμης, σε μια αντίληψη της συνέχειας – ασυνέχειας. Οφείλουμε να δεχτούμε ότι ο ενθουσιασμός για το θρίαμβο των ιδεών της ανανέωσης που με τη δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού (εκείνη την ιστορική στιγμή) είχε επικρατήσει έχει απωλέσει τη δυναμική του, ότι η εμβέλεια αυτών των ιδεών –οι οποίες δεν έχουν συγκροτηθεί επαρκώς στο επίπεδο της θεωρίας και της πολιτικής φιλοσοφίας- είναι σε ύφεση. Λίγοι πιστεύουν ότι η ανάπτυξη του ΚΚΕ εσ. μπορεί να αμφισβητήσει την σημαντική παρουσία του ΚΚΕ στην πορεία εξέλιξης της αριστεράς. Το ΚΚΕ υπάρχει, δρα πολιτικά και συνδικαλιστικά, και θα υπάρχει για ακαθόριστο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι ο ενθουσιασμός και η έπαρση που μας χαρακτήριζε ως προς τη διαμόρφωση του συσχετισμού δύναμης και παρέμβασης στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς και της ίδιας της χώρας μας, θα πρέπει να αντικατασταθεί από το ρεαλισμό που επιβάλλει αυτή η νέα πραγματικότητα.

Με δεδομένη τη νέα πραγματικότητα οφείλουμε να προχωρήσουμε τη διαδικασία ανανέωσης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος σε μια αντίληψη που την ίδια τη διαδικασία της ανανέωσης θα πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε ως κίνημα. Οι συνθήκες που ενέπνευσαν την αισιοδοξία για την υπέρβαση του δογματισμού στο ΚΚΕ, που δικαιολογούσαν – έστω από ψυχολογική άποψη- την ολική ρήξη μαζί του ανήκουν στο παρελθόν. Η ολική ρήξη με το ΚΚΕ λειτουργεί τώρα αρνητικά για μας και γενικότερα για την προοπτική της αριστεράς στη χώρα μας. Αυτό δε σημαίνει την υποστολή της προβολής των ιδεών της ανανέωσης. Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να συνεχιστεί. Ωστόσο, η επιτυχία της προϋποθέτει τη λειτουργία της με ρεαλιστικούς όρους.. Η κάθετη ολική αντιπαράθεση με το ΚΚΕ θα πρέπει να αντικατασταθεί με τη διαλεκτική της συνέχειας- ασυνέχειας. Την εφαρμογή της μεθόδου διατήρησης και απόρριψης(απόρριψης και διατήρησης) χωρίς να αναιρείται η αρχή της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτό, βέβαια, σημαίνει την εγκατάλειψη της άποψης που την επιβίωση του κόμματος την αντιλαμβάνεται σε σχέση με την ολική αντιπαράθεση και ρήξη με το άλλο ΚΚΕ.. Εξάλλου, στην ίδια αντίληψη και πρακτική κινείται και το άλλο ΚΚΕ απέναντί μας. Εργάζεται συνειδητά και μεθοδικά για τον περιορισμό ή την εξουδετέρωση της επιρροής του κόμματός μας στα συνδικάτα, στους νέους, παντού. Με τη διαφορά ότι η οικονομική του άνεση, ο ευρύτερος κοινωνικός χώρος στον οποίο κινείται, η αυτοπεποίθησή του ως «νόμιμου» συνεχιστή της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, του επιτρέπουν να μας αντιμετωπίζει όχι ως ένα πρόβλημα που κατέχει κεντρική θέση στη δράση του, όμως σαν μία μόνον (σημαντική σε κάθε περίπτωση) πλευρά της δράσης του.

Παλιότερα (και πριν από ένα χρόνο) λέγαμε ότι κύρια επιδίωξη του δογματικού κόμματος είναι η διάλυση του ΚΚΕ εσωτερικού. Ως ένα βαθμό αυτό ήταν σωστό. Τώρα δεν το λέμε αυτό γιατί δεν είναι έτσι. Η διάλυση του ΚΚΕ εσωτ. δεν είναι πλέον το κεντρικό σημείο αναφοράς στην εκτίμηση της δράσης των οργανώσεών του. Φυσικά, το δογματικό ΚΚΕ δεν έχει παραιτηθεί από αυτό το σκοπό. Τον βλέπει, όμως, ως αποτέλεσμα της συνολικής θετικής του δράσης, της συνολικής προώθησης της πολιτικής του, μέρος της οποίας είναι η προώθηση της κίνησης Μίκη Θεοδωράκη (ΚΕΑ).... Στη συμπεριφορά του εμφανίζονται στοιχεία ενός ευνοϊκού κλίματος για διαπραγμάτευση με μέλη του κόμματός μας, ακόμα και με εκπροσώπους οργανώσεών μας(όχι όμως με οργανώσεις μας, επίσημα).Τώρα η γραμμή ρήξης μαζί μας χαρακτηρίζει περισσότερο εμάς παρά εκείνους. Μόνον που η ρήξη σε μας εμφανίζεται ως όρος επιβίωσης, αφού το εύρος της ανάπτυξής μας έχει περιοριστεί σε βαθμό που μπορεί κανείς να μιλά για την έναρξη μιας διαδικασίας συρρίκνωσης των δυνάμεών μας. Αυτή είναι μια απαισιόδοξη εκτίμηση της πορείας του κόμματός μας, η οποία προκύπτει από τη δυναμική της λογικής που συνδέει την επιβίωση του κόμματος με τη ρήξη.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ρήξη με το δογματικό ΚΚΕ (για το οποίο εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε το χαρακτηρισμό ΚΚΕ εξωτερικού) εντάσσεται στην προοπτική ανανέωσης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, μαζί και του ίδιου του δογματικού ΚΚΕ. Αυτή η άποψη θα ήταν σωστή αν ερμηνεύαμε την διαδικασία της ανανέωσης με τους όρους της διαλεκτικής της συνέχειας- ασυνέχειας. Όμως εδώ πρόκειται για την άποψη της ολικής ρήξης η οποία σύμφωνα με τη λογική της και τη δυναμική της συνιστά άρνηση της συνέχειας. Σ αυτή την αντίληψη το κόμμα που θα προκύψει από αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με το κόμμα το οποίο είναι το αντικείμενο της άρνησης.

Η δωδεκαετής εμπειρία από τη διάσπαση του ΚΚΕ επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι αυτή η αντίληψη της ρήξης είναι εξωπραγματική. Το δογματικό ΚΚΕ μετά τον αρχικό κλονισμό της εμπιστοσύνης στις δυνατότητές του, γρήγορα επανάκτησε την αυτοπεποίθησή του και χάρη στην πρακτική αντίληψη της ηγεσίας του κατάφερε να καθιερωθεί σε σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης ως εκφραστής των συμφερόντων της. Ακόμα κατάφερε να καθιερωθεί σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού ως ο μοναδικά νόμιμος συνεχιστής της ιστορίας του ελληνικού κομουνιστικού κινήματος. Έτσι που ο αγώνας για την ανανέωσή του να μην έχει πλέον καμία βάση, καθώς και ο ισχυρισμός ότι « ο χρόνος δουλεύει για μας» (Κ .Φιλίνης).

¨Έχω τη γνώμη ότι κανείς από την ηγεσία δεν πιστεύει στην ανανέωση του δογματικού ΚΚΕ. Όλοι τους πιστεύουν στην προοπτική ανάπτυξης του ΚΚΕ εσωτερικού ως αυτόνομου κομμουνιστικού κομματικού και πολιτικού οργανισμού. Με αναφορά σ αυτή την προοπτική υπάρχει μια άλλη ερμηνεία της «γραμμής» της ρήξης με το δογματικό ΚΚΕ.

Πρόκειται για τη «γραμμή» ανάπτυξης του ΚΚΕ εσωτερικού σε ένα, από κάθε άποψη ανανεωτικό και σύγχρονο ευρωπαϊκό μαζικό κόμμα, με σκοπό να καθιερωθεί όχι απλώς ως δεύτερο κομμουνιστικό κόμμα στον ελληνικό χώρο, αλλά βασιζόμενο στην αναπτυξιακή δυναμική του, τελικά θα επιτευχθεί ο στόχος ενοποίησης του κομμουνιστικού κινήματος πάνω στις αρχές του ευρωκομμουνισμού. Θα πρέπει βέβαια να πω ότι δεν υπάρχει σαφής διατύπωση αυτού του σκοπού, αυτής της επιλογής και δεν ξέρω αν υπάρχει η αντίστοιχη συνειδητοποίησή του.

Εκτιμώ ότι αυτή τη «γραμμή» επιχειρήσαμε να εφαρμόσουμε πριν και μετά το 2-ο (10-ο) συνέδριο του κόμματος, χωρίς αποτέλεσμα. Το κόμμα δεν έγινε μαζικό. Έμεινε στάσιμο, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, με τάση μείωσης των δυνάμεών του.

Το κόμμα δέχτηκε βουβό αυτή την αποτυχία, εγκαταλείποντας τελικά το σύνθημα μαζικοποίησής του, μένοντας έτσι ουσιαστικά χωρίς προοπτική. Αυτό το κενό στις συνειδήσεις ήρθε να το καλύψει το ιδεολόγημα για την επιβίωση του κόμματος με πολιτικό- ηθικό όχημα τη ρήξη με το δογματικό ΚΚΕ.

Οπωσδήποτε ανάγεται στη λειτουργία ψυχολογικών διεργασιών και όχι σε κάποια νηφάλια πολιτική κρίση το ότι τη στιγμή που γινόταν φανερό για τον καθένα ότι η άποψη για μαζικό κόμμα ήταν ανεφάρμοστη, αφού ήταν ανεδαφική, εμφανίστηκε και έγινε γραμμή του κόμματος η άποψη για την ανάπτυξή του ως αυτόνομο κομμουνιστικό κόμμα (δηλαδή ως δεύτερο ΚΚΕ) στη χώρα, συνεπικουρούμενη από την άποψη ότι η ρήξη με το άλλο κόμμα αποτελεί όρο για την επιβίωσή του, με την προοπτική, βέβαια, εξέλιξής του σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στη χώρα.

Όμως, είναι φανερό ότι ούτε για τώρα, ούτε για το μέλλον μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι το ΚΚΕ εσωτ. μπορεί να εξελιχθεί σε μαζικό κόμμα ικανό να επηρεάσει αποφασιστικά το συσχετισμό δύναμης με το άλλο κόμμα, καθιστώντας τις ιδέες της ανανέωσης κυρίαρχες σε όλο το χώρο της Αριστεράς....

Στην ψυχολογία της επιβίωσης ανάγεται τελικά και η προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση της σημασίας των διαφορετικών απόψεων που υπάρχουν ανάμεσα σε ηγετικά στελέχη του κόμματος, καθώς και η ευκολία με την οποία από ηγετικά στελέχη εισάγονται στην ιδεολογία του κόμματος αντιλήψεις που μας αποκρίνουν από τις αρχικές μας επιλογές. Αντιλήψεις οι οποίες μας δεσμεύουν με λογικές, που δημιουργούν ιδεολογική σύγχυση. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια τέτοια φαινόμενα.

Το 2-ο (10-ο) συνέδριο του κόμματος επεσήμανε τις μεγάλες ελλείψεις στο ιδεολογικό μέτωπο και τόνισε τη σημασία που έχει για το κόμμα η ολοκλήρωση της ιδεολογικής του φυσιογνωμίας.

Η έλλειψη συγκροτημένης ιδεολογικής φυσιογνωμίας του κόμματος έχει την πηγή της σε δυο παράγοντες, α) στην ασάφεια η οποία υπάρχει ως προς τη διαλεκτική της συνέχειας και της ασυνέχειας για την οποία έχω μιλήσει και β) στην ασάφεια που υπάρχει ανάμεσα στην αντίληψη για την ελεύθερη διακίνηση ιδεών όχι μόνον μέσα στο κόμμα, αλλά και δημόσια και στο αίτημα για την ιδεολογική συνοχή του κόμματος.

Πρόκειται για πρόβλημα το οποίο θα πρέπει να μελετηθεί σε συνάρτηση με την ανάγκη μελέτης της δωδεκαετούς ιστορίας του ΚΚΕ εσωτ. με αναφορά και στις προηγούμενες τάσεις κριτικής θεώρησης της ιστορίας του ΚΚΕ, από ανθρώπους που είχαν μπει στο πνεύμα της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος.

Άξονας αναφοράς μιας τέτοιας προσπάθειας θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι το ΚΚΕ εσωτ. δημιουργήθηκε με σκοπό την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό σημαίνει ότι όσο θα υπάρχει η σημερινή κατάσταση της διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, δηλαδή όσο θα είναι απαραίτητη η λειτουργία των ανανεωτικών δυνάμεων σε αυτόνομα οργανωμένο κόμμα, θα πρέπει το κόμμα να έχει όχι μόνον οργανωτική, αλλά και θεωρητική- ιδεολογική συγκρότηση. Πολύ περισσότερο που σκοπεύει να είναι αυτό το μοντέλο σύμφωνα με το οποίο θα ανασυγκροτηθεί το ενιαίο ΚΚΕ.

Και είναι σημαντικό να επισημανθεί –πράγμα που το ξέρουμε όλοι- ότι η θεωρητική- ιδεολογική ταυτότητα ενός κομμουνιστικού κόμματος δεν περιορίζεται στα εθνικά πλαίσια. Η αναφορά της είναι το διεθνές εργατικό κίνημα στη βάση της επαναστατικής θεωρίας του Μαρξ για τον παγκόσμιο σοσιαλισμό- κομμουνισμό.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ή «ένταξη» του ΚΚΕ εσωτ. στο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και η υιοθέτηση των θεωρητικών ιδεολογικών του θέσεων αυτή ακριβώς την αρχή, αυτό ακριβώς το αίτημα ικανοποιεί. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει μια μονομέρια, που από τη μια περιορίζει το ενδιαφέρον μόνον στις επεξεργασίες των του Ιταλικού και του Ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος, (σημαντικές, όσον αφορά το Ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα) εν μέρει και θεωρητικών του Γαλλικκου κόμματος και αφήνει σχεδόν απόλυτα απληροφόρητο το κόμμα για θεωρητικές επεξεργασίες άλλων κομμάτων, άλλων θεωρητικών, ειδικότερα στο χώρο του υπαρκτού σοσιαλισμού, που τελευταία υπάρχουν αξιοπρόσεκτες μελέτες.

Η ολοκλήρωση της ιδεολογικής φυσιογνωμίας του κόμματος για την οποία μιλά η απόφαση του 2-ου (10-ου) συνεδρίου, προϋποθέτει τον επανακαθορισμό βασικών εννοιών της κομουνιστικής αντίληψης, όπως οι έννοιες μαρξισμός- λενινισμός, προλεταριακός διεθνισμός, δικτατορία του προλεταριάτου, σοσιαλισμός, σοσιαλιστική δημοκρατία και άλλες. Πρόκειται για έννοιες που δεσπόζουν στην πολιτική φιλοσοφία και στην επαναστατική θεωρία ενός κομμουνιστικού κόμματος.

Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σ αυτά τα θέματα έχουν γίνει κάποιες διεργασίες στο κόμμα. Όμως, αυτές είναι αποσπασματικές και στηρίζονται στη μέθοδο της απόδειξης με αναφορά σε κάποια αυθεντία, που συνήθως είναι κάποιος Ιταλός μαρξιστής θεωρητικός ή κάποιος Ισπανός ή και Γάλλος Πολύ λίγη δική μας συστηματική ερμηνευτική δουλειά έχει γίνει η οποία με βάση και τις δικές μας εμπειρίες, τα δικά μας δεδομένα είναι ικανή να πείθει για την ιδεολογική, αλλά και την πολιτική λειτουργικότητα επανακαθορισμού αυτών των εννοιών, εντασσόμενων οργανικά σε μια συνολική θεώρηση όλου του εννοιολογικού «οπλοστασίου» της αριστεράς.. Μια τέτοια προσπάθεια θα πρέπει να μπορεί να πείθει γιατί πρέπει να εγκαταλείψουμε την άλφα ή τη βήτα ερμηνεία κάποιων εννοιών ή και γιατί πρέπει στη θέση τους να βάλουμε κάποιες άλλες έννοιες. Και θα πρέπει να αναρωτηθούμε: σε ποιο βαθμό αυτές οι ενέργειες συμβάλουν στην προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός διαλεκτικού τρόπου σκέψης στους Έλληνες κομμουνιστές και αριστερούς γενικότερα. Στην διαμόρφωση ενός σύγχρονου τρόπου σκέψης της Αριστεράς.

Με τη διακηρυκτική ένταξή μας στο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα θεωρήθηκε ότι έχουμε ήδη ανταποκριθεί σ αυτό το αίτημα. Ότι το ΚΚΕ εσωτ. είναι ένα κόμμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αυτό που χρειάζεται για την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας είναι η αποδοχή των θεωρητικών και ιδεολογικών επεξεργασιών των Ιταλών, των Γάλλων και των Ιταλών μαρξιστών. Το ενδιαφέρον για τις δικές μας επεξεργασίες υποβαθμίστηκε καίρια ή και μηδενίστηκε εντελώς.

Δημιουργείται η εντύπωση, για όσους παρακολουθούν τα έντυπά μας, ότι υπάρχει μια θεωρητική –ιδεολογική επάρκεια, που συνοδεύεται από ένα διανοητικό κλίμα που την αξία δικών μας επεξεργασιών την κρίνει με αναφορά στις επεξεργασίες των άλλων, που λειτουργούν ως πρότυπα της σύγχρονης επιστημονικά και θεωρητικά αριστερής σκέψης. Γι αυτό και δεν αισθάνεται κανείς την ανάγκη για την προώθηση, τη στήριξη και την εκλαΐκευση, ακόμα, δικών μας επεξεργασιών. Με εξαίρεση το έργο του Νίκου Πουλαντζά (το οποίο βέβαια έχει τα όριά του), το ενδιαφέρον εστιάζεται στο δάνειο και στην προσαρμογή.

Έτσι καθιερώθηκε αθόρυβα, θα έλεγα ερήμην του κόμματος, η πολύ επιζήμια μέθοδος της διαγραφής από το λεξιλόγιο του κόμματος μαρξιστικών, λενινιστικών εννοιών ή/και η αντικατάστασή τους με άλλες έννοιες, χωρίς να έχει περάσει αυτή η ενέργεια από την αναγκαία βάσανο της κριτικής από μελετητές, το πόρισμα των οποίων θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο έστω της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, αν όχι κάποιου συνεδρίου, ας πούμε ενός ιδεολογικού συνεδρίου, όπως έγινε σε άλλα κόμματα.

Σε μας η διαδικασία αυτή ακολουθεί την εξής πορεία: Η Αυγή πληροφορεί , όπως έχει χρέος, τους αναγνώστες της για τις θεωρητικές επεξεργασίες που συντελούνται στα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα, το Ιταλικό, το Ισπανικό και το Γαλλικό – στο μέτρο και με τον τρόπο που αυτό μπορεί να το κάνει ο καθημερινός τύπος. Οι αναγνώστες της, τα μέλη του κόμματος και του Ρήγα αρχίζουν να συνηθίζουν τη νέα διατύπωση, τη νέα ορολογία. Μετά, ένα ηγετικό στέλεχος του κόμματος, συνήθως ο γραμματέας του κόμματος, σε συνέντευξή του ή σε κάποια ομιλία του χρησιμοποιεί τη νέα διατύπωση, τη νέα ορολογία. Έτσι, χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία η νέα διατύπωση, η νέα ορολογία περνά στα ντοκουμέντα του κόμματος και καθιερώνεται σε όλο το κόμμα. Τη χρησιμοποιούν όλοι ως κάτι το εντελώς φυσιολογικό στην πορεία εξευρωπαϊσμού του κόμματος.

Έτσι καταργήθηκε ο όρος μαρξισμός-λενινισμός για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια ο όρος «μαρξισμός και λενινισμός» και να καθιερωθεί τελικά ο όρος «μαρξισμός» και «μαρξιστικό κόμμα», αντί του όρου «μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα», που χρησιμοποιείται στις αποφάσεις των συνεδρίων του κόμματος.

Αυτή η αλλαγή έχει γίνει χωρίς να έχει γραφεί ούτε ένα άρθρο που να τη δικαιολογεί και χωρίς να έχει δοθεί μια τυπική έστω εξήγηση από το γραμματέα του κόμματος στην Κεντρική Επιτροπή. Και το χειρότερο, χωρίς να έχει τεθεί έσω ένα ερώτημα από τα μέλη της Κ.Ε. γι αυτή την αλλαγή. Σπεύδω να πω ότι σε ένα θεωρητικά ώριμο και ευαίσθητο σ αυτά τα θέματα, κομμουνιστικό κόμμα θα είχαν διατυπωθεί σφοδρές κριτικές γι αυτή τη μέθοδο, αλλά μαζί και απόψεις σχετικά με τον εννοιολογικό «εκσυγχρονισμό» του κόμματος. Σε μας η αντιγραφή θεωρείται πλεονέκτημα, αφού έτσι «κερδίζουμε» χρόνο για την εμπειρική δράση- την οποία δεν υποτιμώ, βέβαια. : Το ισπανικό κόμμα στο συνέδριό του αποφάσισε την αντικατάσταση του όρου «μαρξιστικό- λενινιστικό κόμμα» με τον όρο «μαρξιστικό κόμμα». Αυτό θεωρήθηκε, σχεδόν από όλους, ως ένδειξη ότι το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε και εμείς. Όπως και έγινε.

Όμως, η κατάργηση του όρου «λενινισμός» και «λενινιστικό κόμμα» δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει τόσο εύκολα. Πέρα από το ότι στο πρόγραμμα και στο καταστατικό του το ΚΚΕ εσωτερικού ορίζεται ως κόμμα μαρξιστικό –λενινιστικό, επομένως μόνο το συνέδριο του κόμματος μπορεί να αποφασίσει για τέτοιου είδους αλλαγές, υπάρχει και το ουσιαστικό θέμα του περιεχομένου του άλφα ή του βήτα όρου. Ο όρος «μαρξιστικό κόμμα» είναι πιο φτωχός σε περιεχόμενο από τον όρο «λενινιστικό κόμμα», πρώτο γιατί δεν αναφέρεται στους κανόνες και τις αρχές συγκρότησης και λειτουργίας του κομουνιστικού κόμματος που εισήγαγε ο Λένιν, και δεύτερο γιατί δεν αναφέρεται στα θετικά θεωρητικά- ιδεολογικά και πολιτικά στοιχεία τα οποία έφερε ο Λένιν, οι μπολσεβίκοι και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα στη μεταλενινική περίοδο, μέχρι τώρα. Ολα αυτά βέβαια πρέπει να γίνουν αντικείμενο μελέτης και σοβαρού διαλόγου. Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε αν χωρίς την κριτική κληρονομιά του Λένιν, που ήταν ο δημιουργός του «νέου τύπου» κόμματος, μπορεί να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει σε πολιτικό επίπεδο αποτελεσματικά ένα κομμουνιστικό κόμμα. Η κομματική-κομμουνιστική κουλτούρα που μας κληροδότησε ο Λένιν και οι «λενινιστές” όπως ο Αντόνιο Γκράμσι, είναι παράγοντες ουσιαστικής σημασίας και για τα σύγχρονα κόμματα. Η άποψη- θέση αυτή δεν έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και σοβαρής συζήτησης από μας. Η «συνήθεια» της αντιγραφής καθιστά περιττή μια τέτοια πρακτική.

Στηριζόμενοι στην κριτική θεώρηση αυτής της κληρονομιάς μπορούμε να χτίσουμε ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα- ενσωματώνοντας σ αυτό και τα νέα στοιχεία που έφερε η νέα περίοδος του διεθνούς, ειδικότερα του ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος, μετά το 20- ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, καθώς και στοιχεία τα οποία έφερε το λεγόμενο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα. Εξάλλου, έτσι ενήργησαν οι σύντροφοι που επεξεργάστηκαν το καταστατικό του κόμματος, που ενέκρινε το 1- ο (9-ο) συνέδριο του κόμματος, που και αυτό χρίζει βελτιώσεων στα σημεία που δεν πάρθηκε υπόψη, όσο θα έπρεπε, η σημασία της λενινιστικής κληρονομιάς.

¨Ετσι, στην περίπτωση που το επόμενο συνέδριο του κόμματος αποφάσιζε να καταργήσει τον όρο «μαρξιστικό- λενινιστικό κόμμα» και να εισάγει τον όρο «μαρξιστικό κόμμα» (δηλαδή να αλλάξει το χαρακτηρισμό του κόμματος), αυτό θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής συζήτησης της προσυνεδριακής περιόδου, με τη δημοσιοποίηση όλων των απόψεων. Εξάλλου, οι Ισπανοί κομμουνιστές έτσι ενήργησαν.

Ένας ελεύθερος δημοκρατικός διάλογος θα επέτρεπε να δοθούν μερικές κρίσιμες πληροφορίες στα μέλη του κόμματος για να μπορέσουν να τοποθετηθούν υπεύθυνα πάνω στο καίριο θέμα για το χαρακτήρα, την οργανωτική συγκρότηση και τη λειτουργία του κόμματος. Τα μέλη του κόμματος θα είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν ότι ο Μαρξ πολύ λίγο ασχολήθηκε με το πρόβλημα της οργανωτικής συγκρότησης και λειτουργίας του κόμματος, σε εθνικό επίπεδο, ως κόμματος της εργατικής τάξης. Το έργο αυτό το έφερε σε πέρας ο Λένιν( οι μπολσεβίκοι) που επεξεργάστηκε όλη την προηγούμενη περίοδο της Πρώτης και της Δεύτερης Διεθνούς, τη συνολική πείρα των επαναστατικών κινημάτων (βλέπε μελέτες- άρθρα του για τους ναρόντνικους, το άρθρο- μελέτη Τί να κάνουμε; και τις παρεμβάσεις του στις συζητήσεις στις αρχές του 20-ου αιώνα με τον Κάουτσκι, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Μπερνστάιν κλπ.). Χωρίς την επεξεργασία αυτής της εμπειρίας και αυτών των απόψεων, αλλά και των εσωτερικών συζητήσεων και συγκρούσεων μέσα στο κόμμα (βλέπε ενδεικτικά τη σύγκρουσή του με την τάση του Μαρτόφ) θα ήταν αδύνατη η επεξεργασία και η καθιέρωση της αντίληψης για το «κόμμα νέου τύπου», που για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες λειτούργησε αποτελεσματικά στη Ρωσία – Σοβιετική Ένωση ή και σε άλλες χώρες. Παρά τις αντίθετες απόψεις που κυκλοφορούν και σε μας η αλήθεια είναι ότι το «κόμμα νέου τύπου» προέκυψε μέσα από έναν δημοκρατικό διάλογο, με δημοσιότητα πέραν των εντύπων και των σωμάτων του κόμματος της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, από τον οποίο προέκυψε και η ανάγκη δημιουργίας του κόμματος των μπολσεβίκων, του λενινιστικού κόμματος.

Σε μας. η αλλαγή του τίτλου (και του χαρακτήρα του κόμματος) δεν προέκυψε μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Πρόκειται για πρακτική που εφαρμόστηκε και στην εισαγωγή (με τη μέθοδο της αντιγραφής) και άλλων εννοιών. ¨Ετσι, αντιγράφοντας το Ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα έχει καθιερωθεί στο κόμμα μας η χρησιμοποίηση του όρου «νέος διεθνισμός» αντί του όρου «προλεταριακός διεθνισμός». Και αυτό έγινε χωρίς καμιά προεργασία και συζήτηση στο κόμμα. Σ αυτή την πρακτική ανάγεται και η συνθηματοποίηση σύνθετων θεμάτων όπως είναι η σχέση σοσιαλισμού και δημοκρατίας, εισάγοντας στη συνείδηση του κόμματος με τη μορφή συνθήματος τη λογική κατάληξη ενός συλλογισμού του Νίκου Πουλαντζά, σύμφωνα με την οποία «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει καθόλου».

Αν σκεφθεί κανείς ότι στην αντίληψη των μελών του κόμματος και των φίλων του η έννοια της δημοκρατίας έχει ταυτιστεί με την έννοια της πολιτικής δημοκρατίας και αυτή με τις πολιτικές και τις ατομικές εν γένει ελευθερίες και με το πολυκομματικό πολυφωνικό πολιτικό σύστημα, χωρίς παράλληλα να τονίζεται η σημασία που έχει η έννοια της οικονομικής δημοκρατίας και της κοινωνικής δημοκρατίας, τότε μπορεί να αντιληφθεί την ιδεολογική σύγχυση που δημιουργεί η συνθηματοποίση του σύνθετου προβλήματος της σχέσης σοσιαλισμού και δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση αυτού του είδους οι απλουστεύσεις και μονομέρειες καθιστούν αδύνατη την αναγκαία αντικειμενική κριτική θεώρηση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού – με τις ιδιαιτερότητες και σ αυτό το θέμα που παρουσιάζει κάθε χώρα.

Η πρακτική του δανεισμού της θεωρίας από άλλους, και μαζί του τρόπου θεώρησης της ιστορίας του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος λειτουργεί αρνητικά και ως προς τη σχέση μας με την ιστορία του δικού μας εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος μαζί και ως προς τη σχέση μας με την παράδοση του δικού μας αριστερού κινήματος, όπως αυτή μπορεί να προκύψει από μια διαλεκτική θεώρησή της. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαία η αμηχανία του κόμματος απέναντι στην παράδοση του δικού μας κινήματος. Κι ακόμα θα έλεγα ότι δεν είναι τυχαία η υποβάθμιση ή ακόμα και η διαγραφή πλευρών ή και ολόκληρων περιόδων της ιστορίας της Αριστεράς, του επαναστατικού κινήματος της χώρας μας (π.χ. της περιόδου και της ιστορίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) επειδή αυτές δεν χωρούν στα ιδεολογικά κλισέ που έχει υιοθετήσει το κόμμα. Φτάσαμε στο σημείο οι νέοι του Ρήγα Φεραίου να υποτιμούν το έργο της ΕΠΟΝ, τη μορφή του επονίτη, να μη γιορτάζουν την επέτειο της ΕΠΟΝ, να μην γράφουν στον τύπο τους για την ΕΠΟΝ και για τους αγώνες των επονιτών, να μην αισθάνονται την ανάγκη να μάθουν, να ακούσουν, για τους αγώνες των επονιτών, των αντιστασιακών του ΕΑΜ και του ΔΣΕ, των βετεράνων του κόμματος.

Η λαθεμένη αντίληψη ότι για να μπορέσει το ΚΚΕ εσωτ. και ο Ρήγας να φέρει μια πραγματική ποιοτική αλλαγή στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, στην Ελληνική Αριστερά, σε σχέση με την ιστορία του, όπως αυτή εμφανίζεται μέσα από τα κείμενα και τη θεώρηση του δογματικού ΚΚΕ, θα πρέπει να αρχίσει να γράφει την ιστορία του εξ αρχής σε ένα λευκό χαρτί, με έμφαση στις αντιφάσεις και τα αμαρτήματα που διέπραξε κατά την ιστορική του διαδρομή, από τα οποία θα πρέπει να απαλλαγή η αριστερή ιστορική μνήμη, ο «καλύτερος» τρόπος γι αυτό είναι το σβήσιμο αυτής της ιστορίας, που λειτουργεί ως τροχοπέδη για τον αναγκαίο επανακαθορισμό της ως σύγχρονης αριστεράς στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου, της σύγχρονης Ευρώπης. Αυτή η πρακτική καλλιεργεί, παρά την αντίθετη άποψη της ηγεσίας του κόμματος, το δογματισμό στην αντίληψή μας για την ιστορία, και μαζί το βολονταρισμό για τον οποίο, σωστά, κατηγορούμε το σταλινισμό. Και είναι προφανές ότι σ αυτή την προσέγγιση της ιστορίας του ελληνικού επαναστατικού, του ελληνικού αριστερού κινήματος είναι έντονη η παρουσία της ηθικολογίας. Κι όμως, η ιστορία δεν γράφεται με βάση το καλό και το κακό, αλλά με βάση τη διαλεκτική της, από την οποία αναδεικνύονται οι αντιφάσεις. Κοινωνική ιστορία και ειδικότερα πολιτική ιστορία χωρίς αντιφάσεις δεν γίνεται. Αυτό στην εποχή μας αφορά ειδικότερα την ιστορία της επαναστατικής Αριστεράς που το νόημα της ύπαρξής της είναι η ανατροπή του καπιταλισμού, η αλλαγή του κόσμου...

Το χειρότερο για την ιδεολογική φυσιογνωμία του ΚΚΕ εσωτ. (κι ακόμα περισσότερο για το Ρήγα) είναι ότι ο μεροληπτικός τρόπος αντιμετώπισης της ιστορίας του επαναστατικού κινήματος της χώρας μας, (ευρύτερα :του παγκόσμιου κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος) σε συνδυασμό με τον κομματικό πραγματισμό, ενισχυόμενος τώρα και από την ψυχολογία της επιβίωσης με τη ρήξη, έχει εισχωρήσει βαθιά στον τρόπο της σκέψης ενός σημαντικού (αποφασιστικού θα μπορούσα να πω) τμήματος του στελεχικού δυναμικού του κόμματος και του Ρήγα, έτσι που από τη μια καθίσταται αμφίβολο αν το κόμμα αυτό –ωσότου υπάρχει- θα μπορέσει να διατηρήσει την κομμουνιστική του ιδιότητα – ποιότητα. Μάλιστα, με δεδομένη την αλλοίωση της μαρξιστικής- λενινιστικής του συνείδησης τίθεται το ερώτημα αν η δυναμική αυτής της εξέλιξης στο κόμμα οδηγήσει τελικά στην αχρήστευση της κομμουνιστικής ιδιότητας όσων έχουν υποστεί συνειδησιακά αυτή την αλλαγή σε βαθμό που να την ερμηνεύουν και να την υπερασπίζονται ως την πεμπτουσία της ανανέωσης.

Trackback(0)
Σχόλια (0)add
Γράψτε σχόλιο
smaller | bigger

busy
 
< Προηγ.